Banker's Review Online - Ουδέν κακόν αμιγές καλού

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Risk Management

Ουδέν κακόν αμιγές καλού

12 Φεβρουαρίου 2013 | 16:00 Γράφει η Ισαβέλλα  Ζαμπετάκη Topics: Analysis,Special Reports

Ο τραπεζικός κλάδος έχει σημειώσει χαρακτηριστική πρόοδο όσον αφορά την κάλυψη των αναγκών στον τομέα της διαχείρισης κινδύνου μέσα στην τελευταία τριετία. Πολλές είναι οι τράπεζες παγκοσμίως οι οποίες βρίσκονται σε στάδιο ολοκλήρωσης πρωτοβουλιών αναδιαμόρφωσης της στρατηγικής και των διαδικασιών τους όσον αφορά το Risk Management. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι στις πρωτοβουλίες αυτές πρωτοστατούν οι τράπεζες που επλήγησαν περισσότερο από την παγκόσμια οικονομική κρίση.

Τα παραπάνω είναι κάποια από τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από πρόσφατη έρευνα της Ernst & Young. Σύμφωνα πάντα με την ίδια πηγή, σημαντικές είναι οι αλλαγές που έχουν προκύψει όσον αφορά τις δομές και τα οργανογράμματα της διαχείρισης κινδύνου. Τα Διοικητικά Συμβούλια αναλαμβάνουν πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο στον καθορισμό των εταιρικών πολιτικών Risk Management και αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στην εξέταση όλων των σχετικών θεμάτων. Παράλληλα, αυξημένη είναι η δύναμη και η επιρροή που ασκούν οι Chief Risk Officers (CROs) και οι ομάδες τους. Οι CROs συμμετέχουν πλέον ενεργά σε διάφορους τομείς δράσης, συμπεριλαμβανομένου του σχεδιασμού και της κατάρτισης στρατηγικής, της ανάπτυξης και της διαχείρισης του risk appetite και της ανάπτυξης προϊόντων.

Είναι ξεκάθαρο ότι οι εταιρείες του κλάδου έχουν πάρει το μάθημά τους όσον αφορά τις επιπτώσεις της κρίσης στη ρευστότητα και πολλές από αυτές δίνουν περισσότερη έμφαση στη διαχείριση και τον έλεγχο του Liquidity Risk. Πολλοί οργανισμοί έχουν επαναξιολογήσει το σύνολο της κεφαλαιακής τους δομής ώστε να είναι σε θέση να αναλύουν με πιο σωστό τρόπο τα κεφαλαιακά κόστη και να προσδιορίζουν το ρίσκο που αντιπροσωπεύει κάθε ένα από τα κόστη αυτά. Επίσης πολλές είναι οι τράπεζες που σημείωσαν σημαντική πρόοδο όσον αφορά την ανάπτυξη και τη στρατηγική χρήση του stress testing.

Τίθενται πλέον σε εφαρμογή νέα και πιο εξελιγμένα μοντέλα τα οποία και δίνουν μια συνολική άποψη του δυνητικού κινδύνου και του αντίκτυπού τους για το σύνολο του οργανισμού. Πολλοί έχουν ήδη κάνει αλλαγές στα μοντέλα οικονομικού κεφαλαίου που ακολουθούν και έχουν προσθέσει νέες μετρικές ώστε να αυξήσουν τη διαφάνεια και να εκτιμούν το μέγεθος και την επικινδυνότητα της έκθεσής τους με μεγαλύτερη ακρίβεια.

Κάποιες προκλήσεις συνεχίζονται
Παρά τη σημαντική πρόοδο, υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να γίνουν προκειμένου να αλλάξουν και να ενσωματωθούν πλήρως οι νέες μεθοδολογίες και διαδικασίες. Η έννοια του Risk Appetite, το οποίο και προέκυψε ως βασικό συστατικό της διαδικασίας διαχείρισης κινδύνου στην μετά κρίση εποχή, παραμένει κρίσιμη πρόκληση για πολλούς οργανισμούς. Αν και υπάρχουν πολλές τράπεζες που έχουν ενσωματώσει το Risk Appetite στο σύνολο των δραστηριοτήτων τους, πολλές άλλες δεν έχουν καταφέρει ακόμα να το εφαρμόσουν σε λειτουργικό επίπεδο και να το ενσωματώσουν στη λήψη αποφάσεων.

Τα δεδομένα και τα συστήματα συνεχίζουν να αποτελούν εμπόδιο για τη διαχείριση κινδύνου και πολλές τράπεζες επενδύουν σημαντικό χρόνο και πόρους σε πρωτοβουλίες βελτίωσης της συλλογής δεδομένων προκειμένου να υποστηρίξουν καλύτερα τη ρευστότητα και διαχείριση κεφαλαίου και για να ενδυναμώσουν τις εσωτερικές διαδικασίες stress testing. Θα χρειαστούν όμως αρκετά χρόνια μέχρι οι αναβαθμίσεις αυτές να γίνουν πλήρως λειτουργικές.

Τέλος, οι αλλαγές που απαιτούνται προκειμένου να δημιουργηθεί μια ισχυρή κουλτούρα γύρω από το θέμα του κινδύνου -και προκειμένου όλες οι διευθύνσεις μιας τράπεζας να αντιλαμβάνονται ότι αποτελεί και δική τους δουλειά- θα χρειαστούν κάποια χρόνια προκειμένου να ολοκληρωθούν. Κι αυτό επειδή προϋποθέτουν αφενός τη δέσμευση και την αφιέρωση χρόνου εκ μέρους της διοίκησης και αφετέρου πόρους για την πραγματοποίηση ενεργειών ευαισθητοποίησης του συνόλου του προσωπικού.

Ο εκρηκτικός παγκόσμιος χάρτης
Οι αλλαγές που παρατηρούμε σήμερα όσον αφορά τη διαχείριση του κινδύνου πραγματοποιούνται σε ένα πλαίσιο σημαντικών παγκόσμιων εξελίξεων. Η συνεχής οικονομική πίεση σε Ευρώπη και Αμερική, η ευρωπαϊκή κρίση χρέους και το ταχέως μεταβαλλόμενο ρυθμιστικό περιβάλλον αποτελούν τις σημαντικότερες μεταξύ αυτών. Το εύρος, ο συγχρονισμός και ο δυνητικός αντίκτυπος των ρυθμιστικών αλλαγών που υλοποιούνται αυτή τη στιγμή δημιουργούν με τη σειρά τους βασικές αλλαγές στο business συνολικά. Ο συνδυασμός των υψηλότερων επιπέδων κεφαλαίου και ρευστότητας που προτείνει η Βασιλεία ΙΙΙ με τη συνεχιζόμενη ύφεση της οικονομίας αλλάζουν το οικονομικό μοντέλο πολλών τραπεζών.

Οι διοικητικές ομάδες αφιερώνουν πολύ από τον χρόνο τους στην στρατηγική αναθεώρηση, αξιολόγηση και -σε πολλές περιπτώσεις- αναδιάρθρωση του business τους προκειμένου να μπορέσουν να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον. Κάποιοι CROs εκφράζουν τον προβληματισμό τους σχετικά με το χρόνο και τους πόρους που αφιερώνουν στη Συμμόρφωση. Αυτό, σε συνδυασμό με την έντονη πίεση για ανεύρεση νέων τρόπων οι οποίοι θα επιτρέψουν στον οργανισμό να παραμείνει κερδοφόρος, θα αποσπάσουν την προσοχή της διοίκησης από τη διαχείριση κινδύνου.
Η αληθινή πρόκληση είναι αυτή της εξισορρόπησης της ανάπτυξης και του κινδύνου.  

Τα παραπάνω είναι κάποια από τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από πρόσφατη έρευνα της Ernst & Young. Σύμφωνα πάντα με την ίδια πηγή, σημαντικές είναι οι αλλαγές που έχουν προκύψει όσον αφορά τις δομές και τα οργανογράμματα της διαχείρισης κινδύνου. Τα Διοικητικά Συμβούλια αναλαμβάνουν πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο στον καθορισμό των εταιρικών πολιτικών Risk Management και αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στην εξέταση όλων των σχετικών θεμάτων. Παράλληλα, αυξημένη είναι η δύναμη και η επιρροή που ασκούν οι Chief Risk Officers (CROs) και οι ομάδες τους. Οι CROs συμμετέχουν πλέον ενεργά σε διάφορους τομείς δράσης, συμπεριλαμβανομένου του σχεδιασμού και της κατάρτισης στρατηγικής, της ανάπτυξης και της διαχείρισης του risk appetite και της ανάπτυξης προϊόντων.

Είναι ξεκάθαρο ότι οι εταιρείες του κλάδου έχουν πάρει το μάθημά τους όσον αφορά τις επιπτώσεις της κρίσης στη ρευστότητα και πολλές από αυτές δίνουν περισσότερη έμφαση στη διαχείριση και τον έλεγχο του Liquidity Risk. Πολλοί οργανισμοί έχουν επαναξιολογήσει το σύνολο της κεφαλαιακής τους δομής ώστε να είναι σε θέση να αναλύουν με πιο σωστό τρόπο τα κεφαλαιακά κόστη και να προσδιορίζουν το ρίσκο που αντιπροσωπεύει κάθε ένα από τα κόστη αυτά. Επίσης πολλές είναι οι τράπεζες που σημείωσαν σημαντική πρόοδο όσον αφορά την ανάπτυξη και τη στρατηγική χρήση του stress testing.

Τίθενται πλέον σε εφαρμογή νέα και πιο εξελιγμένα μοντέλα τα οποία και δίνουν μια συνολική άποψη του δυνητικού κινδύνου και του αντίκτυπού τους για το σύνολο του οργανισμού. Πολλοί έχουν ήδη κάνει αλλαγές στα μοντέλα οικονομικού κεφαλαίου που ακολουθούν και έχουν προσθέσει νέες μετρικές ώστε να αυξήσουν τη διαφάνεια και να εκτιμούν το μέγεθος και την επικινδυνότητα της έκθεσής τους με μεγαλύτερη ακρίβεια.

Κάποιες προκλήσεις συνεχίζονται
Παρά τη σημαντική πρόοδο, υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να γίνουν προκειμένου να αλλάξουν και να ενσωματωθούν πλήρως οι νέες μεθοδολογίες και διαδικασίες. Η έννοια του Risk Appetite, το οποίο και προέκυψε ως βασικό συστατικό της διαδικασίας διαχείρισης κινδύνου στην μετά κρίση εποχή, παραμένει κρίσιμη πρόκληση για πολλούς οργανισμούς. Αν και υπάρχουν πολλές τράπεζες που έχουν ενσωματώσει το Risk Appetite στο σύνολο των δραστηριοτήτων τους, πολλές άλλες δεν έχουν καταφέρει ακόμα να το εφαρμόσουν σε λειτουργικό επίπεδο και να το ενσωματώσουν στη λήψη αποφάσεων.

Τα δεδομένα και τα συστήματα συνεχίζουν να αποτελούν εμπόδιο για τη διαχείριση κινδύνου και πολλές τράπεζες επενδύουν σημαντικό χρόνο και πόρους σε πρωτοβουλίες βελτίωσης της συλλογής δεδομένων προκειμένου να υποστηρίξουν καλύτερα τη ρευστότητα και διαχείριση κεφαλαίου και για να ενδυναμώσουν τις εσωτερικές διαδικασίες stress testing. Θα χρειαστούν όμως αρκετά χρόνια μέχρι οι αναβαθμίσεις αυτές να γίνουν πλήρως λειτουργικές.

Τέλος, οι αλλαγές που απαιτούνται προκειμένου να δημιουργηθεί μια ισχυρή κουλτούρα γύρω από το θέμα του κινδύνου -και προκειμένου όλες οι διευθύνσεις μιας τράπεζας να αντιλαμβάνονται ότι αποτελεί και δική τους δουλειά- θα χρειαστούν κάποια χρόνια προκειμένου να ολοκληρωθούν. Κι αυτό επειδή προϋποθέτουν αφενός τη δέσμευση και την αφιέρωση χρόνου εκ μέρους της διοίκησης και αφετέρου πόρους για την πραγματοποίηση ενεργειών ευαισθητοποίησης του συνόλου του προσωπικού.

Ο εκρηκτικός παγκόσμιος χάρτης
Οι αλλαγές που παρατηρούμε σήμερα όσον αφορά τη διαχείριση του κινδύνου πραγματοποιούνται σε ένα πλαίσιο σημαντικών παγκόσμιων εξελίξεων. Η συνεχής οικονομική πίεση σε Ευρώπη και Αμερική, η ευρωπαϊκή κρίση χρέους και το ταχέως μεταβαλλόμενο ρυθμιστικό περιβάλλον αποτελούν τις σημαντικότερες μεταξύ αυτών. Το εύρος, ο συγχρονισμός και ο δυνητικός αντίκτυπος των ρυθμιστικών αλλαγών που υλοποιούνται αυτή τη στιγμή δημιουργούν με τη σειρά τους βασικές αλλαγές στο business συνολικά. Ο συνδυασμός των υψηλότερων επιπέδων κεφαλαίου και ρευστότητας που προτείνει η Βασιλεία ΙΙΙ με τη συνεχιζόμενη ύφεση της οικονομίας αλλάζουν το οικονομικό μοντέλο πολλών τραπεζών.

Οι διοικητικές ομάδες αφιερώνουν πολύ από τον χρόνο τους στην στρατηγική αναθεώρηση, αξιολόγηση και -σε πολλές περιπτώσεις- αναδιάρθρωση του business τους προκειμένου να μπορέσουν να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον. Κάποιοι CROs εκφράζουν τον προβληματισμό τους σχετικά με το χρόνο και τους πόρους που αφιερώνουν στη Συμμόρφωση. Αυτό, σε συνδυασμό με την έντονη πίεση για ανεύρεση νέων τρόπων οι οποίοι θα επιτρέψουν στον οργανισμό να παραμείνει κερδοφόρος, θα αποσπάσουν την προσοχή της διοίκησης από τη διαχείριση κινδύνου.
Η αληθινή πρόκληση είναι αυτή της εξισορρόπησης της ανάπτυξης και του κινδύνου.  


Οι βασικές αλλαγές που προκύπτουν
Τα σημαντικότερα θέματα που προκύπτουν όσον αφορά τη διαχείριση κινδύνου στον τραπεζικό κλάδο από τις αλλαγές στο ευρύτερο χρηματοοικονομικό τοπίο επικεντρώνονται στους παρακάτω τομείς:

Ρόλος των διοικητικών συμβουλίων:
Από τηνκρίση και μετά, έχει αποτελέσει αντικείμενο ευρείας κριτικής το γεγονός ότι τα διοικητικά συμβούλια δεν εμπλεκόντουσαν αρκετά στην εξέταση του προφίλ κινδύνων της τράπεζας στην εποχή πριν από την κρίση. Από το 2008 και μετά, η συμμετοχή των διοικητικών συμβουλίων στην αντιμετώπιση θεμάτων διαχείρισης κινδύνου έχει αυξηθεί σημαντικά και αποτελεί πλέον καθολικό, σχεδόν, κανόνα η ύπαρξη διοικητικών επιτροπών κινδύνου. Έχει αυξηθεί τόσο ο χρόνος που αφιερώνεται σε θέματα κινδύνου, όσο και το εύρος των σχετικών αναφορών που παραδίνονται στο διοικητικό συμβούλιο.

Η ίδια η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου έχει σε πολλές περιπτώσεις αλλάξει, ώστε αυτό να εμπλουτιστεί περισσότερο όσον αφορά δεξιότητες και εμπειρία των μελών του στη διαχείριση κινδύνου. Τα βασικά παράπονα των μελών του διοικητικού συμβουλίου είναι ότι καλούνται να διαχειριστούν “ανεπεξέργαστο” υλικό,  να αντιμετωπίσουν πολύ υψηλές προσδοκίες εκ μέρους των ρυθμιστικών αρχών και να δημιουργήσουν νέα επιχειρηματικά μοντέλα, σε ένα περιβάλλον υψηλού βαθμού δυσκολίας.

Ρόλος των CROs:
Αντίστοιχη με την παραπάνω, είναι και η αλλαγή που προκύπτει όσον αφορά το ρόλο και το βαθμό του Chief Risk Officer. Ένα από τα πράγματα που διαπιστώθηκαν μετά την κρίση είναι ότι πολλοί CROs είχαν μόνο μερική δικαιοδοσία αποφάσεων για θέματα κινδύνου και ότι δεν τολμούσαν πάντα να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις των επικεφαλής του business. Σήμερα, περισσότεροι από το 80% των CROs αναφέρουν απευθείας είτε στον CEO, είτε στον CEO και στη διοικητική επιτροπή κινδύνου. Το εύρος των αρμοδιοτήτων έχει επεκταθεί πέρα από την παραδοσιακή εστίαση σε περιοχές κινδύνου αγορών και πιστωτικού κινδύνου. Οι CROs εμπλέκονται πλέον σε πολύ περισσότερες διαδικασίες αποφάσεων -από αυτές που αφορούν νέα προϊόντα, μέχρι εκείνες της στρατηγικής. 

Μέγεθος και επίπεδο γνώσεων της ομάδας κινδύνου:
Μετά την κρίση, ο κλάδος έχει επενδύσει σημαντικά στην επέκταση του μεγέθους και τη βελτίωση του επιπέδου των λειτουργιών κινδύνου τόσο σε επίπεδο ομίλου, όσο και για κάθε επιχειρησιακό τμήμα ξεχωριστά. Αν και πολλές τράπεζες προβαίνουν σε περικοπές ώστε να προσαρμοστούν στις οικονομικές και ρυθμιστικές πιέσεις για κερδοφορία, το 57% των ερωτηθέντων αναφέρουν αύξηση των υπαλλήλων του τμήματος διαχείρισης κινδύνου.

Μοντέλα:
Άλλη μία περιοχή εστίασης είναι αυτή της αναβάθμισης των μεθοδολογιών για τον εντοπισμό του κινδύνου. Πολλοί συμφωνούν ότι τα μοντέλα οικονομικού κεφαλαίου που ήταν σε ισχύ πριν την κρίση συχνά υποτιμούσαν το μέγεθος και το ρίσκο κάποιων κινήσεων, ιδίως εκείνων που αφορούν πολλαπλά τμήματα. Οι συσχετισμοί ήταν υπερβολικά αισιόδοξοι και πολλά μοντέλα δεν αναγνώριζαν τους τύπους των κινδύνων που αποδείχθηκαν κρίσιμοι κατά την κρίση.

Σχεδόν όλες οι τράπεζες έχουν αλλάξει μοντέλα οικονομικού κεφαλαίου μετά την κρίση, με το 70% των ερωτηθέντων να αναφέρουν αλλαγές μέσα στους τελευταίους δώδεκα μήνες. Υπάρχει πλέον πολύ μεγαλύτερη κάλυψη των επιχειρηματικών κινδύνων και των κινδύνων που δεν εντάσσονται στο VaR, της ενοποίησης μεταξύ ομάδων και των συντηρητικότερων συσχετισμών. Η αυξανόμενη εσωτερική διαφάνεια είναι άλλη μια περιοχή στην οποία δίνεται μεγαλύτερη έμφαση με βασικά σημεία προόδου αυτά που αφορούν stress testing, stress VaR,  κίνδυνο ρευστότητας και κίνδυνο αντισυμβαλλομένων.

Διαχείριση ρευστότητας:
Σε όλες τις έρευνες σχετικά με τη διαχείριση κινδύνου που έχουν δημοσιευτεί από το 2008 και μετά, το ποσοστό των τραπεζών που αναφέρουν τη διαχείριση ρευστότητας σαν βασικό μέλημα ή πάθημα-μάθημα από την κρίση κυμαίνεται μεταξύ του 88% και 92%. Αντίστοιχα είναι και τα ποσοστά οργανισμών που αναφέρουν αλλαγές στην προσέγγιση της διαχείρισης κινδύνου ρευστότητας όπως η αύξηση των επιπέδων ρευστότητας, βελτίωση του stress-testing ρευστότητας, εισαγωγή αυστηρότερων δομών εσωτερικής και εξωτερικής κοστολόγησης, συμμετοχή του διοικητικού συμβουλίου στις συζητήσεις και την έγκριση των προθέσεων για ανάληψη κινδύνου και στην κατάρτιση σχεδίων εκτάκτου ανάγκης και, τέλος, στη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του CRO στον τομέα της διαχείρισης ρευστότητας.    

Stress testing:
Η κρίση κατέστησε ξεκάθαρη την ανάγκη για μια πιο σοβαρή αξιολόγηση του κινδύνου για το σύνολο του οργανισμού. Η βελτίωση του stress testing θεωρούνταν κρίσιμη για τη βελτίωση της διακυβέρνησης κινδύνου και, μέσα στα τελευταία τρία χρόνια, ο κλάδος έχει κάνει πολλές αλλαγές και βελτιώσεις σχετικά. Σε αντίστοιχη μελέτη της Ernst & Young το 2008, μόλις το 13% των ερωτηθέντων δήλωναν ότι ακολουθούσαν τυπικές μεθοδολογίες stress-testing για το σύνολο του οργανισμού. Στη φετινή έρευνα, το ποσοστό αυτό αγγίζει πλέον το 93%. Οι εξελίξεις σε επίπεδο επιχειρηματικού και κανονιστικού περιβάλλοντος έστρεψε την προσοχή της διοίκησης στην ενίσχυση των εσωτερικών διαδικασιών και στρατηγικών stress-testing. Η μεγαλύτερη, ενδεχομένως, αλλαγή είναι αυτή του αυξημένου ενδιαφέροντος για χρήση των stress tests ως στρατηγικού εργαλείου διαχείρισης, και όχι απλά για σκοπούς συμμόρφωσης ή διαχείρισης κινδύνου.

Ωστόσο, κάποιες προκλήσεις εξακολουθούν να υφίστανται. Η σημαντικότερη μεταξύ αυτών είναι οι τεράστιες ποσότητες χρόνου που απαιτούνται προκειμένου να διεξαχθούν bottom-up έλεγχοι. Πολλοί οργανισμοί πασχίζουν να συγκεντρώσουν τους πόρους που απαιτούνται προκειμένου να εκτελεστούν οι συχνά μη-αυτοματοποιημένοι έλεγχοι και η συγκέντρωση αποτελεσμάτων από διάφορα χαρτοφυλάκια και τομείς δραστηριότητας. Πολλές τράπεζες υλοποιούν ήδη έργα που θα διευκολύνουν τη συλλογή δεδομένων, αλλά χρειάζονται ακόμα περισσότερες εξελίξεις προκειμένου να μπορέσει το stress testing να αποτελέσει ευέλικτο εργαλείο.


Κουλτούρα:
Ακόμη και στον ασαφέστερο αυτόν τομέα της κουλτούρας έχει ήδη σημειωθεί κάποια πρόοδος. Οι αλλαγές αυτές δεν μπορούν βέβαια να ξεπεράσουν ένα συγκεκριμένο ρυθμό ταχύτητας και είναι δύσκολο να προσδιοριστούν σε αριθμούς. Μετά την κρίση, έγινε ευρέως παραδεκτό ότι ανάμεσα στις πρώτες προτεραιότητες της διοίκησης θα πρέπει να συγκαταλέγεται ο συνδυασμός της δημιουργίας αποτελεσματικής κουλτούρας όσον αφορά τον κίνδυνο και ενός βιώσιμου πλαισίου ρίσκου και ελέγχου.

Κατά την τελευταία τριετία, η ευαισθησία απέναντι στο θέμα της κουλτούρας κινδύνου αυξάνεται και παραμένει σε σταθερά επίπεδα, όπως δηλώνει το 96% των ερωτηθέντων. Πολλές νέες πρωτοβουλίες έχουν ξεκινήσει ώστε να δημιουργηθεί μια ισχυρή και ενιαία αντίληψη σχετικά με τον κίνδυνο στο σύνολο του οργανισμού -και όχι μόνο στη Διεύθυνση Διαχείρισης Κινδύνου. Ωστόσο, η εξισορρόπηση της κουλτούρας των πωλήσεων με την εστίαση στον έλεγχο του κινδύνου παραμένει πρόκληση για πολλές τράπεζες. Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι η αντιμετώπιση του κινδύνου ως μέλημα όλων προϋποθέτει σημαντικές αλλαγές σε νοοτροπία, πολιτικές, συστήματα και διαδικασίες, καθώς και μακροπρόθεσμη δέσμευση και επενδύσεις. 

Ελθέτω η... Βασιλεία ΙΙΙ
Οι αυστηρότερες απαιτήσεις της Βασιλείας ΙΙΙ όσον αφορά τη ρευστότητα και το κεφάλαιο θα επηρεάσουν άμεσα τόσο τα επιχειρηματικά μοντέλα των τραπεζών όσο και τη συνολική κερδοφορία του κλάδου. Πολλά τραπεζικά στελέχη πιστεύουν ότι οι απαιτήσεις αυτές -συμπεριλαμβανομένων των δεικτών κάλυψης ρευστότητας (LCR) και σταθερής καθαρής χρηματοδότησης (NSFR)- δημιουργούν τεράστιες πιέσεις για τον τραπεζικό χώρο. Αν και το χρονοδιάγραμμα της Βασιλείας ΙΙΙ είναι μακρύ, οι ρυθμιστικές αρχές και η αγορά ασκούν κάποια πίεση για πρόωρη συμμόρφωση.

Οι νέοι κανόνες όμως ενδέχεται να επιφέρουν επώδυνες συνέπειες όπως η μείωση της απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων, ο περιορισμός των δαπανών, η αύξηση των περιθωρίων και η αλλαγή των επιχειρηματικών μοντέλων. Η συμμόρφωση με τους νέους κανόνες απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε ανθρώπους, τεχνολογία και διαδικασίες. Η πλειοψηφία (54%) των ερωτηθέντων στο πλαίσιο της έρευνας της Ernst & Young προβλέπουν ότι ο δείκτης LCR θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στο κόστος του business. Αν και κάποιες τράπεζες πιστεύουν ότι θα μπορέσουν να αυξήσουν το σταθερό κομμάτι της χρηματοδότησής τους, στα επίπεδα που ορίζονται από το NSFR- πολλές άλλες διατηρούν αμφιβολίες σχετικά με το αν αυτό θα είναι εφικτό.

Αλλαγή επιχειρηματικού μοντέλου
Ο τραπεζικός κλάδος βρίσκεται σε στάδιο υλοποίησης διαφόρων πρωτοβουλιών αναθεώρησης και προσαρμογής επιχειρηματικών μοντέλων. Ο δείκτης LCR από μόνος του οδηγεί στην αναθεώρηση των μοντέλων που ισχύουν σε πολλαπλές περιοχές. Το 65% των τραπεζών δηλώνουν ότι επαναξιολογούν το χαρτοφυλάκιό τους και σχεδόν οι μισές (45%) αναφέρουν ότι απομακρύνονται από σύνθετα και λιγότερο ρευστά όργανα και προς μια σταθερότερη κεφαλαιακή βάση και ασφαλείς πηγές χρηματοδότησης. Μέρος της στρατηγικής πολλών τραπεζών αποτελεί η απομόχλευση και το ένα τρίτο των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι καταργούν ή πωλούν μέρος του business τους ώστε να μειώσουν τον αντίκτυπο των νέων κανόνων κεφαλαίου και ρευστότητας.

Αρκετές τράπεζες (13%) έχουν ήδη αποχωρήσει, ή σκέφτονται να αποχωρήσουν, από χώρες στις οποίες η κερδοφορία είναι χαμηλή ή που θα μπορούσαν να αποτελέσουν “παγίδες” κεφαλαίου και ρευστότητας λόγω δυσμενών ρυθμίσεων. Κάποιες τράπεζες υποχωρούν στη χώρα όπου διατηρούν τα κεντρικά τους. Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι οι τράπεζες με τα μεγαλύτερα αποθέματα καταθέσεων βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ρευστότητας και κάποια τραπεζικά στελέχη παραδέχονται ανοικτά ότι διερευνούν την εξαγορά τραπεζών λιανικής ώστε να έχουν το όφελος των προθεσμιακών τους καταθέσεων. Οι τράπεζες λιανικής έχουν, ωστόσο, τα δικά τους σχέδια και επιθυμούν να αυξήσουν τις προθεσμιακές καταθέσεις στις αγορές όπου δραστηριοποιούνται, με κίνητρο τα επιτόκια και μέσω της εισαγωγής νέων προϊόντων.

Εκτός από την χρηματοδότηση που προέρχεται μέσω των καταθέσεων, και ιδίως σε χώρες όπου η δυναμική των καταθέσεων είναι χαμηλότερη της ζήτησης για πίστωση, πολλές τράπεζες στρέφονται στη διεύρυνση και διαφοροποίηση της βάσης των επενδυτών τους και σε νέες αγορές από τις οποίες θα μπορούσαν να αντλήσουν κεφάλαια και χρηματοδότηση.

Το κόστος της νέας Βασιλείας
Αναμένονται επίσης αλλαγές στα επίπεδα τιμών, οι οποίες θα αντικατοπτρίζουν το αυξημένο κόστος λειτουργίας που επιφέρει η Βασιλεία ΙΙΙ. Υπάρχει σαφώς ένα κόστος προκειμένου το τραπεζικό σύστημα να είναι πιο ασφαλές.  Ταυτόχρονα, η αύξηση των τιμών σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον θα αποτελέσει πρόβλημα για πολλές τράπεζες.  Όταν ζητήθηκε από τα τραπεζικά στελέχη να υπολογίσουν την αύξηση των spreads των μη εξασφαλισμένων (unsecured) επιχειρηματικών δανείων λόγω των νέων χρεώσεων κεφαλαίου και ρευστότητας, προέκυψαν ξεκάθαροι περιορισμοί επειδή οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν πρόσβαση και στις αγορές ομολόγων.

Το 65% των ερωτηθέντων θεωρούν ότι η αλλαγή θα είναι σημαντική. Το 40% αυτών θεωρούν ότι τα περιθώρια θα ανέβουν κατά 50 με 100 μονάδες βάσης ενώ το 25% προβλέπει αυξήσεις μεγαλύτερες του 100%. Οι ερωτηθέντες πιστεύουν ότι εάν δεν αυξηθούν τα spreads, θα πέσει η κερδοφορία και ότι θα προκύψει σημαντική διαταραχή σε αυτό το business.

Εκφράζεται ένας προβληματισμός ότι η όρεξη για επενδύσεις στον κλάδο διαβρώνεται σημαντικά από τις πιέσεις που ασκούν οι νέες ρυθμίσεις σχετικά με τα κόστη και την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων αλλά και της αυξημένης ευαισθησίας απέναντι στον κίνδυνο. Πολλοί επενδυτές αμφισβητούν τη δυνατότητα των τραπεζών να είναι κερδοφόρες σε αυτό το στάδιο του κύκλου όπως επίσης και να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των επενδυτών. Λύση στο παραπάνω πρόβλημα, τουλάχιστον μερική, μπορεί να επιφέρει η αύξηση της διαφάνειας των οικονομικών στοιχείων των τραπεζών και η συνεχής και ανοικτή επικοινωνία με αναλυτές και επενδυτές, προκειμένου να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη τους.

Banker's Review (T. 030)
« 1 2 3 »

Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο Banker's Review Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Συγχωνεύσεις και εξαγορές

Private banking

Πιστωτική κρίση

Credit Risk management

Enterprise risk management

Best work place

Multichannel Strategy

Innovation

International Banking

Outsourcing

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778