Banker's Review Online - Ο δρόμος της ανάπτυξης περνά από τις δημόσιες υποδομές

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Investments

Ο δρόμος της ανάπτυξης περνά από τις δημόσιες υποδομές

1 Ιουνίου 2011 | 12:35 Γράφει το Banker's Review  Editor Topics: Government,Επενδύσεις,Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) Σχετικές Εταιρίες: EUROBANK EFG ,ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ο δρόμος της ανάπτυξης περνά από τις δημόσιες υποδομές

Οι δημόσιες υποδομές δημιουργούν ευκαιρίες για νέες επενδύσεις, οι οποίες μπορεί να ξεπεράσουν τα 40 δις ευρώ την ερχόμενη πενταετία.

Η δημιουργία υποδομών είναι συγχρόνως αιτία και αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης. Δεδομένης της οικονομικής κρίσης που περνά αυτή την περίοδο η χώρα μας, μια σημαντική πρόκληση είναι η δημιουργία κινήτρων για την αύξηση των επενδύσεων του δημόσιου τομέα σε υποδομές. Με αυτή την εισαγωγή ξεκινά η έρευνα Infrastucture: Repair, Build and stimulate που εκπόνησε το τμήμα οικονομικών μελετών της Eurobank EFG.

Σύμφωνα με την έρευνα Global Competiveness Report 2009 - 2010 του Wolrd Economic Forum, οι υποδομές της χώρας μας είναι μεταξύ των λιγότερο αναπτυγμένων τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης όσο και παγκόσμια. Πρακτικά, μόνο οι τηλεπικοινωνιακές υποδομές (7η θέση στην Ευρώπη των 27 και 13η παγκοσμίως) και οι υποδομές αερομεταφορών (12η θέση στην Ευρώπη των 27 και 39η παγκοσμίως) βρίσκονται σε ένα πολύ καλό και ικανοποιητικό επίπεδο αντίστοιχα.

H έλλειψη υποδομών στην Ελλάδα οδήγησε στην απορρόφηση σημαντικών κονδυλίων από την Ευρώπη, προσδίδοντας έτσι σημαντική ώθηση στον κλάδο κατασκευής υποδομών στη χώρα μας. Τα τελευταία χρόνια, ο κλάδος αυτός αποτέλεσε έναν τομέα με ιδιαίτερη δυναμική, καθώς ο κύκλος εργασιών τριπλασιάστηκε στο διάστημα 2003-2009.

Σύμφωνα με τα στοιχεία μελέτης της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, η κατασκευή υποδομών συνεισέφερε το 17% της κατασκευαστικής δραστηριότητας και το 1,5% της συνολικής ελληνικής παραγωγής κατά τη μετα-ολυμπιακή πενταετία 2004-2008 - ποσοστό σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (0,8% της παραγωγής κατά την ίδια περίοδο).

Η δυνατότητα χρηματοδότησης των έργων αποτελεί καταλυτικό παράγοντα για την πορεία της κατασκευής υποδομών - σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από ότι σε άλλους κλάδους. Η κύρια πηγή χρηματοδότησης των έργων υποδομής στην Ελλάδα είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (κρατικοί πόροι και ευρωπαϊκά κονδύλια). Οι πόροι του ΠΔΕ αυξήθηκαν σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια από 800 εκατ. ευρώ το 1985 σε 9,5 δισ. ευρώ το 2009 (μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης 12%), με βασικό άξονα στήριξης τα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Κατά την τελευταία 20ετία, τα 2/3 του ΠΔΕ αφορούν συγχρηματοδοτούμενα έργα - με την εθνική συμμετοχή σε αυτά να αγγίζει κατά μέσο όρο το 40%. Η κατασκευή έργων υποδομής απορροφά σχεδόν το ½ των πόρων του ΠΔΕ κατά μέσο όρο την τελευταία δεκαετία.

Με την υιοθέτηση της πρακτικής των ΣΔΙΤ (Συγχρηματοδοτούμενα Εργα Δημοσίου και Ιδιωτικού τομέα), μέρος της χρηματοδότησης των έργων υποδομής προκύπτει μέσω τραπεζικού δανεισμού των κατασκευαστικών εταιρειών. Συγκεκριμένα, οι ελληνικές τράπεζες παρείχαν ρευστότητα στις κατασκευαστικές εταιρείες (με τη μορφή της αύξησης του δανεισμού) της τάξης του 1,5 δις ευρώ ετησίως κατά την περίοδο 2002-2008. Το επίπεδο αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με το αντίστοιχο της περιόδου 1995-2001 (€100-200 εκατ. ετησίως), το οποίο και επαναλαμβάνεται κατά τη διετία 2009-2010.

Σύμφωνα με τη μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, υποθέτοντας ότι τα ευρωπαϊκά κονδύλια απορροφώνται πλήρως μέχρι το 2015 και το έλλειμμα περιορίζεται στα επίπεδα που έχουν τεθεί από το Μνημόνιο, το ΠΔΕ θα παραμείνει κοντά στα 8-8,5 δις ευρώ ετησίως την περίοδο 2010-2012 και θα ξεπεράσει τα 9 δις ευρώ το 2013. Αν οι υποδομές συνεχίσουν να απορροφούν το ½ περίπου του ΠΔΕ (μερίδιο προηγούμενης δεκαετίας), οι ετήσιες δαπάνες για υποδομές (μεταφορές, εκπαίδευση, περιφερειακά έργα κλπ) αναμένεται να διαμορφωθούν στα 4 δις ευρώ ετησίως για την περίοδο 2011-2013.

Οσον αφορά τον τραπεζικό δανεισμό, η Εθνική Τράπεζα προβλέπει συνθήκες περιοριστικής χρηματοδότησης την επόμενη τριετία. Συγκεκριμένα, αν η πορεία του ονομαστικού ΑΕΠ είναι αυτή που προϋποθέτει το Μνημόνιο, η εκτίμηση είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες θα περιορίσουν την έκθεσή τους στον κατασκευαστικό κλάδο, αποσύροντας χρηματοδότηση 970 εκατ. ευρώ. το 2011 και επαναφέροντας την σταδιακά κατά την επόμενη διετία (700 εκατ. ευρώ ετησίως). Στην παραπάνω χρηματοδότηση εκτιμάται ότι θα προστεθεί μια σταθερή ροή της τάξης των 800 εκατ. ευρώ ετησίως μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ).

Η δημιουργία υποδομών είναι συγχρόνως αιτία και αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης. Δεδομένης της οικονομικής κρίσης που περνά αυτή την περίοδο η χώρα μας, μια σημαντική πρόκληση είναι η δημιουργία κινήτρων για την αύξηση των επενδύσεων του δημόσιου τομέα σε υποδομές. Με αυτή την εισαγωγή ξεκινά η έρευνα Infrastucture: Repair, Build and stimulate που εκπόνησε το τμήμα οικονομικών μελετών της Eurobank EFG.

Σύμφωνα με την έρευνα Global Competiveness Report 2009 - 2010 του Wolrd Economic Forum, οι υποδομές της χώρας μας είναι μεταξύ των λιγότερο αναπτυγμένων τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης όσο και παγκόσμια. Πρακτικά, μόνο οι τηλεπικοινωνιακές υποδομές (7η θέση στην Ευρώπη των 27 και 13η παγκοσμίως) και οι υποδομές αερομεταφορών (12η θέση στην Ευρώπη των 27 και 39η παγκοσμίως) βρίσκονται σε ένα πολύ καλό και ικανοποιητικό επίπεδο αντίστοιχα.

H έλλειψη υποδομών στην Ελλάδα οδήγησε στην απορρόφηση σημαντικών κονδυλίων από την Ευρώπη, προσδίδοντας έτσι σημαντική ώθηση στον κλάδο κατασκευής υποδομών στη χώρα μας. Τα τελευταία χρόνια, ο κλάδος αυτός αποτέλεσε έναν τομέα με ιδιαίτερη δυναμική, καθώς ο κύκλος εργασιών τριπλασιάστηκε στο διάστημα 2003-2009.

Σύμφωνα με τα στοιχεία μελέτης της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, η κατασκευή υποδομών συνεισέφερε το 17% της κατασκευαστικής δραστηριότητας και το 1,5% της συνολικής ελληνικής παραγωγής κατά τη μετα-ολυμπιακή πενταετία 2004-2008 - ποσοστό σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (0,8% της παραγωγής κατά την ίδια περίοδο).

Η δυνατότητα χρηματοδότησης των έργων αποτελεί καταλυτικό παράγοντα για την πορεία της κατασκευής υποδομών - σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από ότι σε άλλους κλάδους. Η κύρια πηγή χρηματοδότησης των έργων υποδομής στην Ελλάδα είναι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (κρατικοί πόροι και ευρωπαϊκά κονδύλια). Οι πόροι του ΠΔΕ αυξήθηκαν σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια από 800 εκατ. ευρώ το 1985 σε 9,5 δισ. ευρώ το 2009 (μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης 12%), με βασικό άξονα στήριξης τα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Κατά την τελευταία 20ετία, τα 2/3 του ΠΔΕ αφορούν συγχρηματοδοτούμενα έργα - με την εθνική συμμετοχή σε αυτά να αγγίζει κατά μέσο όρο το 40%. Η κατασκευή έργων υποδομής απορροφά σχεδόν το ½ των πόρων του ΠΔΕ κατά μέσο όρο την τελευταία δεκαετία.

Με την υιοθέτηση της πρακτικής των ΣΔΙΤ (Συγχρηματοδοτούμενα Εργα Δημοσίου και Ιδιωτικού τομέα), μέρος της χρηματοδότησης των έργων υποδομής προκύπτει μέσω τραπεζικού δανεισμού των κατασκευαστικών εταιρειών. Συγκεκριμένα, οι ελληνικές τράπεζες παρείχαν ρευστότητα στις κατασκευαστικές εταιρείες (με τη μορφή της αύξησης του δανεισμού) της τάξης του 1,5 δις ευρώ ετησίως κατά την περίοδο 2002-2008. Το επίπεδο αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με το αντίστοιχο της περιόδου 1995-2001 (€100-200 εκατ. ετησίως), το οποίο και επαναλαμβάνεται κατά τη διετία 2009-2010.

Σύμφωνα με τη μελέτη της Εθνικής Τράπεζας, υποθέτοντας ότι τα ευρωπαϊκά κονδύλια απορροφώνται πλήρως μέχρι το 2015 και το έλλειμμα περιορίζεται στα επίπεδα που έχουν τεθεί από το Μνημόνιο, το ΠΔΕ θα παραμείνει κοντά στα 8-8,5 δις ευρώ ετησίως την περίοδο 2010-2012 και θα ξεπεράσει τα 9 δις ευρώ το 2013. Αν οι υποδομές συνεχίσουν να απορροφούν το ½ περίπου του ΠΔΕ (μερίδιο προηγούμενης δεκαετίας), οι ετήσιες δαπάνες για υποδομές (μεταφορές, εκπαίδευση, περιφερειακά έργα κλπ) αναμένεται να διαμορφωθούν στα 4 δις ευρώ ετησίως για την περίοδο 2011-2013.

Οσον αφορά τον τραπεζικό δανεισμό, η Εθνική Τράπεζα προβλέπει συνθήκες περιοριστικής χρηματοδότησης την επόμενη τριετία. Συγκεκριμένα, αν η πορεία του ονομαστικού ΑΕΠ είναι αυτή που προϋποθέτει το Μνημόνιο, η εκτίμηση είναι ότι οι ελληνικές τράπεζες θα περιορίσουν την έκθεσή τους στον κατασκευαστικό κλάδο, αποσύροντας χρηματοδότηση 970 εκατ. ευρώ. το 2011 και επαναφέροντας την σταδιακά κατά την επόμενη διετία (700 εκατ. ευρώ ετησίως). Στην παραπάνω χρηματοδότηση εκτιμάται ότι θα προστεθεί μια σταθερή ροή της τάξης των 800 εκατ. ευρώ ετησίως μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ).


Αλλαγές για να δοθούν κίνητρα σε ιδιωτικές επενδύσεις
Η πρόκληση για τον ιδιωτικό τομέα θα είναι να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε έργα υποδομών. Τόσο οι προβλέψεις της Εθνικής Τράπεζας όσο και αυτές της Eurobank δίνουν μικρές πιθανότητες τα κεφάλαια αυτά να προέλθουν από τις εταιρείες του κατασκευαστικού κλάδου ή από τις τράπεζες. Η χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα καλύψει ένα ποσοστό των επενδύσεων και μια μείωση του φόρου, επίσης, θα μπορούσε να συνεισφέρει θετικά. Ωστόσο, όσο οι πιστωτικές γραμμές θα περιορίζονται για τις ελληνικές επιχειρήσεις, οι παγκόσμιοι παίκτες θα έχουν το στρατηγικό πλεονέκτημα.

Εάν η χώρα μας θέλει να προσελκύσει τις επενδύσεις τους, θα πρέπει σύμφωνα με τη μελέτη της Eurobank να ληφθούν κάποια μέτρα - κίνητρα. Το πρώτο εξ αυτών είναι η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα σταθερότερο και περισσότερο αξιόπιστο ρυθμιστικό περιβάλλον, το οποίο δεν θα δημιουργεί γραφειοκρατικά προβλήματα και θα είναι αποτελεσματικό στην αλληλεπίδραση με τους επενδυτές. Η διαμόρφωση του φορολογικού πλαισίου με στόχο την ελαχιστοποίηση της ανάγκης για απρόβλεπτες φοροεισπρακτικές δράσεις, είναι ένα δεύτερο σημαντικό μέτρο.

Τέλος, η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, αλλά και υπηρεσιών, όπως η παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και νερού, θα δημιουργήσει ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον, στο οποίο οι τιμές θα καθορίζονται κυρίως από την αγορά.

Ενέργεια και κλιματική αλλαγή στο επίκεντρο
Οι τομείς της Ενέργειας και της Κλιματικής Αλλαγής θα βρεθούν στο επίκεντρο των δημόσιων επενδύσεων την ερχόμενη πενταετία. Σύμφωνα με τη Eurobank EFG, η κυβέρνηση θα χρειαστεί 12 δις ευρώ για αυτήν την 5ετια ανάπτυξης, ενώ οι επενδυτές θα χρειαστεί να διαθέσουν επιπλέον 32 δις ευρώ.

Η ελληνική αγορά ενέργειας έχει ανάγκη σημαντικών επενδύσεων κυρίως λόγω της παλαιότητας ή της ανεπάρκειας των υποδομών, αλλά και της συμμόρφωσης με τους κυβερνητικούς στόχους της πρόσφατα ανακοινωθείσας στρατηγικής 20-20-20. Μέχρι το 2020, η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να παράγει το 20% της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, αλλά και να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των υποδομών παραγωγής ενέργειας κατά 20%. Η επίτευξη αυτού του στόχου θα συμβεί με τη μείωση της παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη και την αύξηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και φυσικό αέριο με παράλληλη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Η εξασφάλιση των απαραίτητων ενεργειακών πόρων αναμένεται να απορροφήσει περίπου 7,5 δις ευρώ σε επενδύσεις κυρίως με στόχο την αύξηση της χωρητικότητας και τη διασύνδεση δικτύων.

Ο τομέας της ενέργειας συνεισφέρει το 4,5% του κύκλου εργασιών των κατασκευαστικών ομίλων την τελευταία τριετία (από 2% το 2004), ενώ προσθέτει περίπου 1,5 ποσοστιαίες μονάδες στο περιθώριο λειτουργικού κέρδους των ομίλων. Βάσει των επενδυτικών σχεδίων των μεγάλων ομίλων - στα οποία είναι εμφανής η επιθυμία περαιτέρω διείσδυσης στην αγορά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ενέργεια εκτιμάται ότι θα συνεισφέρει 8,8% του κύκλου εργασιών των ομίλων το 2013 (από 5% το 2010) και 33% της λειτουργικής κερδοφορίας (από 17% το 2010).

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ένας κίνδυνος όσον αφορά την υλοποίηση αυτών των επενδυτικών σχεδίων είναι η διαθεσιμότητα χρηματοδότησης.

Σταθερός πυλώνας κερδοφορίας οι παραχωρήσεις
Τα τελευταία χρόνια, τα έσοδα από παραχωρήσεις και από παραγωγή ενέργειας αποτελούν σταθερούς πυλώνες της κερδοφορίας των ομίλων. Συγκεκριμένα, τα έσοδα από παραχωρήσεις είναι της τάξης των 330 εκατ. ευρώ (8% του κύκλου εργασιών κατά μέσο όρο) την τελευταία τριετία (2008-2010). Επιπλέον, το περιθώριο λειτουργικού κέρδους (ΚΠΤΦΑ) της συγκεκριμένης δραστηριότητας φθάνει το 60% (αντικατοπτρίζοντας κυρίως την κερδοφόρα Αττική Οδό), με αποτέλεσμα το 52% της λειτουργικής κερδοφορίας των ομίλων να προκύπτει από εκμετάλλευση παραχωρήσεων.

Στο υψηλό περιθώριο λειτουργικού κέρδους των έργων παραχώρησης κατά την περίοδο λειτουργίας τους συμπεριλαμβάνει και την αποπληρωμή του κόστους κατασκευής τους. Βάσει των εκτιμήσεων της Εθνικής Τράπεζας, οι παραχωρήσεις θα συνεισφέρουν 8,7% του κύκλου εργασιών των ομίλων το 2013 (από 9,2% το 2010) και 37% της λειτουργικής κερδοφορίας (από 52% το 2010).

Αβεβαιότητα στα εκτός συνόρων έργα
Η κατασκευαστική δραστηριότητα των ομίλων συμπληρώνεται με κατασκευές στο εξωτερικό (σχεδόν κατά ½ στη Μέση Ανατολή και κατά ½ στη ΝΑ Ευρώπη). Κατά την περίοδο 2004-2007, ο κύκλος εργασιών από το εξωτερικό ήταν της τάξης του 0,5 δισ. ευρώ ετησίως.

Ωστόσο, ο κύκλος εργασιών από δραστηριότητες στο εξωτερικό αυξήθηκε στα επίπεδα του 1 δις ευρώ ετησίως την περίοδο 2008-2010, αντανακλώντας την υλοποίηση του υψηλού ανεκτέλεστου (το οποίο παραμένει μετά το 2006 στα επίπεδα των €2-3 δισ.). Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η πολιτική αστάθεια στις χώρες της Μ. Ανατολής δημιουργεί αβεβαιότητα τόσο για την ολοκλήρωση των εν εξελίξει έργων όσο και για την ανάληψη νέων έργων.

Μετά το 2012 ξαναρχίζει η ανάπτυξη
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Εθνικής Τράπεζας, ο κύκλος εργασιών των ομίλων θα σημειώσει πτώση της τάξης του 15% το 2011 και θα ανακάμψει με μέσο ετήσιο ρυθμό 24% κατά τη διετία 2012-2013. Λόγω της αυξανόμενης συμμετοχής των κερδοφόρων δραστηριοτήτων παραχωρήσεων και ΑΠΕ, το περιθώριο λειτουργικού κέρδους αυξάνεται συνεχώς (13% το 2013 από 9,7% το 2010) - επιστρέφοντας σε επίπεδα υψηλότερα του μ.ο. της περιόδου 2004-2009 (12,5%). Η υγιής σχετικά κερδοφορία σε συνδυασμό με τη χαμηλή μόχλευση εκτιμάται ότι θα επιτρέψει, την άνετη κάλυψη των δανειακών αναγκών των ομίλων για την επόμενη τριετία.

Σημειώνεται ότι η αποδοτικότητα ενεργητικού (ROA) παραμένει σε σχετικά χαμηλό επίπεδο μέχρι το 2013 (1,7% έναντι 3,3% την περίοδο 2004-2009 στην Ελλάδα), κυρίως λόγω της χαμηλότερης ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού καθώς και της πίεσης στην καθαρή κερδοφορία από την αυξημένη μόχλευση. Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, και μέσω της σταδιακής ωρίμανσης των επενδύσεων, αναμένεται περαιτέρω άνοδο της ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού και συνεπώς του ROA.

Ακόμα και στην περίπτωση ενός αρνητικού σεναρίου (όπου η πτώση του κύκλου εργασιών το 2011 είναι έντονη (43,5%) και η ανάκαμψη αργή (17% ετησίως τη διετία 2012-2013)) η κάλυψη των χρηματοοικονομικών εξόδων των ομίλων παραμένει εφικτή, κυρίως λόγω χαμηλότερης μόχλευσης.

Banker's Review (T. 021)
« 1 2 3 »

Έχετε άποψη;
Ο σχολιασμός των άρθρων προϋποθέτει την Είσοδο σας στο Banker's Review Online.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Συγχωνεύσεις και εξαγορές

Private banking

Πιστωτική κρίση

Credit Risk management

Enterprise risk management

Best work place

Multichannel Strategy

Innovation

International Banking

Outsourcing

©2018 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778